Δευτέρα, Μαρτίου 19, 2007

Όσο κι αν επιτίθεται η βαρβαρότητα, οι αντοχές μας θα τους τρομάζουν. Για τον Κωστή Νικηφοράκη...



Αλληλεγγύη: Δεν είναι ο πόνος που µας ενώνει, είναι η δύναµή µας

Με αυτή τη λογική λειτουργούν εδώ και 15 περίπου χρόνια τα συσσίτια Σπλάντζιας στα Χανιά. Ένας χώρος που προσφέρει φαγητό στους φτωχούς και άνεργους της πόλης, ενώ παράλληλα και για αρκετά χρόνια λειτουργούσε ιατρείο-οδοντιατρείο κοινωνικής αλληλεγγύης µε εθελοντική προσφορά των γιατρών. Στις γειτονιές της Σπλάντζιας, αναπνέει η αλληλεγγύη ως κοινωνική παρέµβαση, έργο ζωής του Κωστή Νικηφοράκη. Δεν του ανήκει µόνο η ιδέα, αλλά και η αγωνία κι ο αγώνας για ν’ αντέξει τόσα χρόνια η ιδέα αυτή.

Προφανώς, οι δυσκολίες ήταν πολλές. Σπουδαιότερη η αντιπαράθεση µε την εκκλησία και τους φορείς που προσπαθούσαν να δώσουν έναν θρησκευτικό προσανατολισµό στα συσσίτια. Βήµα βήµα, όµως, κατοχυρώθηκε οριστικά πια ο κοινωνικός χαρακτήρας τους. Οι οικονοµικές δυσκολίες, ωστόσο, ήταν ένα εµπόδιο που έπρεπε να ξεπερνιέται καθηµερινά, ενώ, ταυτόχρονα, ήταν ανάγκη να γίνει η Σπλάντζια σηµείο αναφοράς για όλη τη χανιώτικη κοινωνία: να τη γνωρίσουν, να τη στηρίξουν και να την προχωρήσουν. Αυτό το δύσκολο έργο δεν θα µπορούσε να γίνει πράξη χωρίς την παρουσία, τη µαχητικότητα και την προσφορά του Κωστή. Σίγουρα δεν ήταν µόνος. «Ήµασταν όλοι µαζί, µα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι».

Κατάφερνε µε το δικό του τρόπο να πείθει τους καταστηµατάρχες να δίνουν τα τρόφιµα και τον κόσµο να ενισχύει χρηµατικά (έκδοση και διακίνηση ηµερολογίου από το 1993). Πολλοί ήταν αυτοί που δούλεψαν για τη Σπλάντζια, την αγάπησαν, την είδαν ως αξία ζωής και ως κοµµάτι της ζωής τους: δάσκαλοι ανοίγουν και λειτουργούν την παιδική και εφηβική βιβλιοθήκη, καθηγητές οργανώνουν µαθήµατα ελληνικών σε µετανάστες, νοικοκυρές φτιάχνουν φαγητά και γλυκά, άνεργες οργανώνουν γιορτές…. χωρίς κανείς να νιώθει ότι είναι φιλάνθρωπος. Όλοι µιλούσαν για την αλληλεγγύη ως πρώτο βήµα αντίστασης.

Ο Κωστής έφυγε... Επιθυµία του ήταν τα «λεφτά να πάνε στην Σπλάντζια και όχι για στεφάνια». Έτσι, οι εξαθλιωµένοι, οι πρόσφυγες και οι µετανάστες δεν θα 'ναι µόνοι τους… θα υπάρχει πάντα γι’ αυτούς ο χώρος και οι άνθρωποι της Σπλάντζιας… ο χώρος του Κωστή.

Κική Ζαράγκα

_________________________________________________________________

O Κωστής λάτρευε τη ζωή και πολεμούσε τον θάνατο, κάθε είδους. Δεν τα πήγαινε βέβαια και πολύ καλά με την υγεία… Επεδίωκε τη φθορά, γιατί πολλά απ’ αυτά που έβλεπε κάθε μέρα δεν τ’ άντεχε και ήθελε να θαμπώσει την εικόνα.

Κάποιους απ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, μας δίδαξε τι σημαίνει να είσαι θεραπευτής, γιατί γιατροί υπάρχουν πολλοί… Στον καρκινοπαθή άρρωστο –άφηνε τα πρωτόκολλα να τα διαχειριστούν οι επιστήμονες– καθόταν στο κρεβάτι του, του αφιέρωνε χρόνο, του έπιανε το χέρι και του έλεγε δυο κουβέντες με απίστευτη τρυφερότητα και πολλά ψέματα με φοβερή πειστικότητα. Έτσι του έδινε ελπίδα, του έδινε ζωή.

Θα είμαστε πάντα μαζί στο «εδώ» και είμαι σίγουρη ότι στο «μετά» θα ξαναβρεθούμε όλοι μαζί γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι πίνοντας, καπνίζοντας, τρώγοντας και γελώντας…
Χριστίνα Κυδώνα

____________________________________________________________________

Στο εδώλιο του κατηγορουμένου στο δικαστήριο της τουρκικής χούντας (Άγκυρα, 1988), επειδή ύψωσαν πανό αλληλεγγύης σε δικαζόμενους αντιστασιακούς. Από αριστερά προς τα δεξιά: Κωστής Νικηφοράκης, Νίκος Μπελαβίλας, Γιώργος Κουβίδης, Νίκος Γιαννόπουλος.

[Από το τεύχος 4 της «Αλάνας»]


Δείτε και το άρθρο Το νόημα της αλληλεγγύης στον «Ιό» της Ελευθεροτυπίας.

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007

Mουσική εκδήλωση αλληλεγγύης στους Ζαπατίστας

Σας προσκαλούμε στη μουσική εκδήλωση αλληλεγγύης στους Ζαπατίστας, την Τετάρτη 14 Μαρτίου, 8:30μ.μ., με τη συμμετοχή των Μάρτα Μορελεόν, Under Construction και Techtones, στους «Μεθυστάνες», Λεπενιώτου 26 και Ωγύγου, Ψυρρή. Τιμή ενίσχυσης: 3 ευρώ

Τα έσοδα θα διατεθούν για τη δημιουργία ιατρικού κέντρου στον Αυτόνομο Εξεγερμένο Δήμο Φρανσίσκο Βίγια, από το οποίο θα επωφεληθούν 20.000 κάτοικοι 40 κοινοτήτων.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει την κατασκευή και τον εξοπλισμό ιατρείου, φαρμακαποθήκης και εργαστηρίου παραγωγής φαρμάκων, την αγορά φορτηγού για τις ανάγκες των κοινοτήτων (ένα είδος κινητού φαρμακείου) και την εκπαίδευση 4 ατόμων που θα αναλάβουν τη διαχείριση της φαρμακαποθήκης.

Η Καμπάνια «Ένα Σχολείο για την Τσιάπας» έχει ήδη συμβάλει στην κατασκευή ενός Κέντρου Επιμόρφωσης Δασκάλων στην κοινότητα Κουλέμπρα (ένα συγκρότημα κτιρίων 1.600 τ.μ., που εγκαινιάστηκε το 2004) και συνεχίζει στηρίζοντας την οικοδόμηση του αυτόνομου συστήματος υγείας. Με την πεποίθηση πως μπορούμε να χτίσουμε έναν κόσμο με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη!

Επισυνάπτουμε την αφίσα της εκδήλωσης και δύο φωτογραφίες από τη γιορτή που έγινε πρόσφατα στην κοινότητα με αφορμή την αγορά του φορτηγού.

Η δημιουργία του ιατροφαρμακευτικού κέντρου ξεκίνησε!

Σας περιμένουμε!
Πείτε το στις φίλες και τους φίλους σας
και προωθήστε την πρόσκληση!

Καμπάνια «Ένα Σχολείο για την Τσιάπας»
Τσαμαδού 13, Αθήνα
www.escuelazapatista.gr
escuelapara@yahoo.com

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 26, 2007

Άρνηση και δημιουργία

Άρνηση και δημιουργία

Μπορούμε να γκρεμίσουμε τον καπιταλισμό
με ένα εκατομμύριο τσιμπήματα μέλισσας;
Ανοιχτή συζήτηση με τον
ΤΖΟΝ ΧΟΛΟΓΟΥΕΪ

ΠΕΜΠΤΗ 1 ΜΑΡΤΗ,
ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ «ΣΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑΣ»,
ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, 7μ.μ.



Στην εποχή μας νέα κινήματα, νέες και παλιές μορφές αντίστασης στην παγκοσμιοποιημένη βαρβαρότητα προβάλλουν στο προσκήνιο. Τα ερωτήματα για τους τρόπους με τους οποίους «μπορούμε να γκρεμίσουμε τον καπιταλισμό» πολλαπλασιάζονται. Αρκούν όμως οι απαντήσεις ή τα θεωρητικά εργαλεία του παρελθόντος;

Ο Τζον Χόλογουεϊ, στοχαστής και καθηγητής κοινωνιολογίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πουέμπλα στο Μεξικό, δοκιμάζει να εξερευνήσει την προοπτική μιας ριζικής αλλαγής. Η σκέψη του αποτελεί μέρος μιας συζήτησης, ανοιχτής και ζωντανής στη Λατινική Αμερική, η οποία βρίσκεται σε έναν διαρκή διάλογο με τα κινήματα. Τη δική τους πείρα, τα δικά τους οράματα και ερωτήματα επιχειρεί να συγκεντρώσει και να αναδείξει. Μπορούμε να διαφωνήσουμε ή να συμφωνήσουμε με τις προτάσεις του Χόλογουεϊ. Μπορούμε να συμμεριστούμε ή όχι τη θέση του ότι η διεκδίκηση της εξουσίας ήδη υπονομεύει τον αγώνα για έναν άλλο κόσμο.
Η αγωνία του όμως, για την προοπτική και τη συνάντηση των αντιστάσεων και των εξεγέρσεων είναι και δική μας αγωνία.

Η ομάδα ΑΛΑΝΑ, στην προσπάθειά της να ανιχνεύσει και να μεταφέρει και στη δική μας γωνιά του κόσμου τις αντιστάσεις, τις προοπτικές και τον στοχασμό των κινημάτων της Λατινικής Αμερικής, καλεί σε μια ανοιχτή συζήτηση με τον Τζον Χόλογουεϊ, την Πέμπτη, 1 Μάρτη, 7 μ.μ., στο αμφιθέατρο «Σάκης Καράγιωργας» του Πάντειου Πανεπιστημίου.

Ομάδα ΑΛΑΝΑ (ΑΛληλεγγύη, ΑΝτίσταση, Αξιοπρέπεια)
...στις Αμερικές των κινημάτων

_________________________________________________________________

Κείμενα του Χόλογουεϊ στα ελληνικά:

* Τι είναι η επανάσταση;
Ένα εκατομμύριο τσιμπήματα μέλισσας, ένα εκατομμύριο αξιοπρέπειες

* Η εξέγερση της αξιοπρέπειας (περιοδικό «Ουτοπία»)

* Είμαστε η κρίση της αφηρημένης εργασίας (εφημερίδα «Αυγή)

* Κομμουνισμός σήμερα (εφημερίδα «Αριστερά»)

* Δώδεκα θέσεις πάνω στην αντι-εξουσία (περιοδικό «ΘΕΣΕΙΣ»)

Συνέντευξη του Τζον Χόλογουεϊ στον «Ιό» της Ελευθεροτυπίας (24-02-2007).
Για έναν άλλο κόσμο, εδώ και τώρα!

Κριτική στο βιβλίο του Χόλογουεϊ «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία»
* Ντανιέλ Μπενσαΐντ: «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ;» (στο περιοδικό «ΘΕΣΕΙΣ»)

* Ρούντι Ρινάλντι (στο περιοδικό «Διάπλους»)

* Σταύρος Σταυρίδης (στην εφημερίδα «Αυγή»)

Για έναν άλλο κόσμο, εδώ και τώρα! Συνέντευξη του Τζον Χολογουέι στον "Ιό" της Ελευθεροτυπίας

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στον "Ιό" το Σάββατο 24/02/2007
__________________________________________________

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ. ΙΟΣ e-mail

Ο Τζον Χολογουέι (John Holloway), καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Ινστιτούτο Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών στην Πουέμπλα του Μεξικού, έρχεται στην Ελλάδα για να μιλήσει σε ανοιχτή συζήτηση που διοργανώνει την ερχόμενη Πέμπτη η ομάδα ΑΛΑΝΑ.

Ο Τζον Χολογουέι
Συγγραφέας, μεταξύ άλλων, και του βιβλίου «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Σαββάλας», ο Τζον Χολογουέι διερευνά τις προοπτικές μιας ριζικής κοινωνικής αλλαγής εμπνεόμενος από τα σύγχρονα κινήματα της Λατινικής Αμερικής με τα οποία το έργο του βρίσκεται σε συνεχή συνομιλία.

«Να προχωρήσουμε ρωτώντας», προτείνει ο Χολογουέι, υιοθετώντας ένα εύγλωττο σύνθημα των ζαπατίστας. Στη σκέψη του, η προοπτική της ανθρώπινης χειραφέτησης προϋποθέτει τη διατύπωση νέων ερωτημάτων, τα οποία κλονίζουν τις παλιές βεβαιότητες και οδηγούν στην επεξεργασία καινοτόμων αναλυτικών εργαλείων που έρχονται να ανατρέψουν τις θεωρητικές κα πολιτικές επιλογές των «κλασικών» επαναστατικών κινημάτων. Η επεξεργασία εννοιών που ανανοηματοδοτήθηκαν από τα κινήματα της Λατινικής Αμερικής (τυπικό παράδειγμα τα περιεχόμενα της «αξιοπρέπειας» όπως προτάθηκαν από το ζαπατίστικο κίνημα), η σημασία της πάλης ενάντια στον ετεροπροσδιορισμό, η αμφισβήτηση του ρόλου της πρωτοπορίας και η απόρριψη του μοντέλου της δι' εφόδου κατάληψης της εξουσίας, η επίπονη καθημερινή πάλη ως χειραφετητικό πείραμα συνιστούν ελάχιστα μόνο σημεία της ενδιαφέρουσας παρέμβασης του Χολογουέι, στην οποία ενσωματώνονται δημιουργικά τα οράματα, οι εμπειρίες και οι πρακτικές των εξεγερμένων της Λατινικής Αμερικής.

Ζητήσαμε από τον Τζον Χολογουέι να μας μιλήσει για τις πρόσφατες εξελίξεις στη Λατινική Αμερική και να μας σχολιάσει τις πολιτικές των κυβερνήσεων και τη δυναμική των κινημάτων:

- Την εποχή αυτή γινόμαστε μάρτυρες μιας μείζονος αλλαγής στη Λατινική Αμερική, καθώς οι κυβερνήσεις εμφανίζονται να αμφισβητούν την αμερικανική κυριαρχία και να παίρνουν μέτρα κατά της κοινωνικής αδικίας. Υπάρχουν διαφορές στη στάση, την κοινωνική φυσιογνωμία και τις πολιτικές προοπτικές των κυβερνήσεων αυτών;

Τζ. Χ.: Πιστεύω πως η Λατινική Αμερική είναι τη στιγμή αυτή ένα ιδιαίτερα συναρπαστικό μέρος, ζοφερό και συναρπαστικό συνάμα. Η πλέον προφανής εκδήλωση της πραγματικότητας αυτής, κυρίως για τον εξωτερικό παρατηρητή, είναι η άνοδος των αριστερών κυβερνήσεων, αλλά οι κυβερνήσεις αυτές είναι τα αντιφατικά αποτελέσματα κατά πολύ βαθύτερων διεργασιών πάλης: Η εξέγερση της 19ης και 20ής Δεκεμβρίου 2001 στην Αργεντινή οδήγησε στην πτώση της δεξιάς και, ενδεχομένως, στην εκλογική νίκη του Κίρχνερ, οι μεγάλες κινητοποιήσεις στη Βολιβία, αρχικά στον Πόλεμο του Νερού και στη συνέχεια στον Πόλεμο του Αερίου, οδήγησαν στην εκλογή του Εβο Μοράλες, τα χρόνια της πάλης του κινήματος των ακτημόνων και των συνδικάτων στη Βραζιλία οδήγησαν στην επιτυχία του Λούλα, τα χρόνια της πάλης και της δυσαρέσκειας στη Βενεζουέλα οδήγησαν στον Τσάβες, κ.ο.κ. Και στο Μεξικό, όπου έχουμε μια νέα και εξαιρετικά καταπιεστική δεξιά κυβέρνηση, οι αγώνες της Οαχάκα, των ζαπατίστας και άλλων πολλών κινημάτων παρά τρίχα να οδηγήσουν στην εκλογή του Λόπες Ομπραδόρ.

Από αυτόν το μεγάλο αναβρασμό πρέπει λοιπόν να ξεκινήσουμε, κι όχι από τις κυβερνήσεις -από την πλημμυρίδα αυτή της πάλης που είναι μια απάντηση στη ζοφερή κατάσταση της ηπείρου. Οπως και σε άλλα σημεία του πλανήτη, αλλά ίσως με μεγαλύτερη ένταση εδώ, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός των τελευταίων είκοσι πέντε χρόνων σήμανε έναν τρομακτικό αφανισμό της ζωής, της ζωής των ανθρώπων αλλά και του κόσμου των ζώων και των φυτών. Εκατομμύρια ανθρώπων οδηγήθηκαν στην ακραία φτώχεια και είδαν τις κοινότητές τους και τις παραδόσεις τους να καταστρέφονται. Γι' αυτό το "Ya basta!" των ζαπατίστας είχε τόσο βαθιά απήχηση, και γι'αυτό τούτη η πλημμυρίδα αγώνων με τις πολλές και διαφορετικές μορφές σε τόσα σημεία της ηπείρου.

Από τη σκοπιά των κοινωνικών αγώνων πρέπει επομένως να αντιμετωπίσουμε τις νέες αριστερές κυβερνήσεις και, πράγματι, θα εντοπίσουμε σοβαρές διαφοροποιήσεις. Ο Κίρχνερ στην Αργεντική, για παράδειγμα, είναι ένας επαγγελματίας πολιτικός αρκετά ευφυής ώστε να αναγνωρίσει ότι μετά την εξέγερση του 2001 έπρεπε να γίνουν αλλαγές στο πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλαγές τουλάχιστον επιφανειακές: έτσι, υιοθετώντας μια σκληρή γραμμή απέναντι στα υπολείμματα της δικτατορίας, κέρδισε με το μέρος του τις Μητέρες της Πλατείας Μαΐου, ταυτόχρονα όμως ποινικοποίησε τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία των κοινωνικών κινημάτων. Πολύ διαφορετική είναι η περίπτωση του Εβο Μοράλες στη Βολιβία, καθώς αυτός προήλθε από το μεγάλο κοινωνικό κίνημα των αυτοχθόνων που ανέτρεψε τους προηγούμενους προέδρους και θέτει σε εφαρμογή σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, μόνο που και εδώ ακόμη παρατηρείται μια διάλυση των κοινωνικών αγώνων. Η κυβέρνηση ενεργεί για λογαριασμό του λαού, ενώ πριν από δύο χρόνια ο λαός δεν χρειαζόταν κανέναν να ενεργεί εκ μέρους του, ενεργούσε μόνος του.

Στιγμιότυπο από το ξεκίνημα της περσινής πορείας των ζαπατίστας στην κοινότητα της Γκαρούτσα στην Τσιάπας
Ο Λούλα στη Βραζιλία προήλθε κι αυτός από το κίνημα και αρχικά υπήρξε πηγή μεγάλης ελπίδας, ήδη όμως έχει μεταβληθεί σε πηγή μεγάλης απογοήτευσης. Και είναι και ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, σαφώς η πλέον ενδιαφέρουσα από τις αριστερές αυτές κυβερνήσεις, κι αυτό γιατί η κυβέρνησή του συνεχίζει να μας εκπλήσσει, καθώς αποδεικνύεται περισσότερο ριζοσπαστική απ' ό,τι αναμενόταν. Υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα που συμβαίνουν γύρω από την κυβέρνηση Τσάβες (όπως και από ορισμένες άλλες από τις αριστερές κυβερνήσεις), μόνο που το κατά πόσον θα υπάρξει μια πραγματικά βαθιά αλλαγή στη Βενεζουέλα δεν θα εξαρτηθεί από την κυβέρνηση αλλά από το κίνημα γύρω της και την ικανότητά του να αντισταθεί στη γραφειοκρατικοποίηση.

- Εντέλει, ποιος είναι ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων στη Λατινική Αμερική; Με άλλα λόγια, πώς τα κινήματα αυτά επηρεάζουν, στηρίζουν ή αντιμάχονται τις κυβερνήσεις στην περίπτωση της Βενεζουέλας, της Βολιβίας, της Βραζιλίας και του Εκουαδόρ;

Τζ. Χ.: Κατά κάποιον τρόπο απάντησα ήδη στην ερώτησή σας. Δεν μου πολυαρέσει ο όρος 'κοινωνικά κινήματα', γιατί τείνει να απεικονίσει τα κινήματα αυτά ως μέρος του πολιτικού συστήματος, ενώ εκείνο που παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι τα κινήματα αυτά δεν αποτελούν μέρος του συστήματος. Προτιμώ να τα στοχάζομαι σαν κινήματα αντίστασης ή κινήματα εξέγερσης. Κινήματα εξέγερσης, αλλά κινήματα που επιχειρούν μια αρκετά αποφασιστική τομή με τα παλιά επαναστατικά κινήματα της περασμένης τριακονταετίας, όχι τόσο ως προς το στόχο τους να δημιουργήσουν μια άλλη κοινωνία.

Εκείνο που είναι συναρπαστικό όταν συζητάμε για τη λατινοαμερικάνικη πολιτική είναι ότι δεν μιλάμε απλώς για τα λατινοαμερικάνικα πολιτικά πράγματα. Υπάρχει εδώ μια εκπληκτική αίσθηση ότι πρόκειται για μια πηγή συναρπαστικών ιδεών και πρακτικών, πηγή και τόπος συνάντησης. Αυτό που δοκιμάζουν στις κοινότητές τους οι ζαπατίστας με τα Συμβούλια Καλής Διακυβέρνησης, ό,τι έγινε και γίνεται στη Βολιβία και το Εκουαδόρ, το κίνημα των ακτημόνων στη Βραζιλία, οι πικετέρος στην Αργεντινή, όλα αυτά είναι εξαιρετικά δημιουργικά και στάθηκαν πηγή έμπνευσης για κινήματα αλλαγής σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο κόσμος πρέπει να αλλάξει ριζικά για να υπάρξει πιθανότητα να επιβιώσει το ανθρώπινο είδος, και η πραγματική ελπίδα για αλλαγή αναδύεται σήμερα έμπρακτα στη Λατινική Αμερική.

- Στο έργο σας αναφέρεστε συχνά στο κίνημα των ζαπατίστας ως ένα κίνημα που παλεύει εναντίον της εξουσίας, όχι για την εξουσία. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι ζαπατίστας επινόησαν μια νέα πολιτική της αντίστασης, καθώς και νέες μορφές πολιτικής εκπροσώπησης;

Τζ. Χ.: Το πρόβλημα της εξουσίας είναι στην καρδιά της συζήτησης για την πολιτική της αριστεράς στη Λατινική Αμερική, αλλά και σ' ολόκληρο τον κόσμο. Υπάρχουν πολλές ομάδες που συνεχίζουν να σκέφτονται με όρους κατάληψης της εξουσίας και προσβλέπουν στον Τσάβες και στον Εβο Μοράλες (και, προφανώς, στον Φιντέλ) προκειμένου να στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους. Υπάρχει, ωστόσο, και ένα κατά πολύ ριζοσπαστικότερο κίνημα που λέει καθαρά "όχι, δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία, δεν θέλουμε να διοικούμε άλλους, ο μόνος τρόπος για να γκρεμίσουμε πραγματικά τον καπιταλισμό είναι να το κάνουμε μόνοι μας, εμείς οι ίδιοι να αναλάβουμε τον έλεγχο της δικιάς μας ζωής". Ετσι προέκυψαν το μεγαλειώδες «Ya basta!» ("Φτάνει πια!") των ζαπατίστας και το "Que se vayan todos!" ("Να φύγουν όλοι!") της αργεντινής εξέγερσης.

Δεν είναι τόσο ότι οι ζαπατίστας επινόησαν μια νέα πολιτική της αντίστασης όσο ότι είναι αυτοί που αρθρώνουν με τον πλέον θαυμαστό τρόπο τη νέα αυτή πολιτική που αναβλύζει από παντού. Ναι, πρόκειται για μια νέα πολιτική όχι μόνον αντίστασης, αλλά και εξέγερσης. Και συνάμα μια νέα μορφή πολιτικής εκπροσώπησης που λέει "όχι εκπροσώπηση -εμείς οι ίδιοι θα αποφασίσουμε και θα πράξουμε".

Εξουσία και χρόνος: ο χρόνος είναι το άλλο μείζον διακύβευμα. Το να πεις, δηλαδή, πως δεν θέλουμε να καταλάβουμε την εξουσία σημαίνει ότι δεν θα περιμένουμε να καταλάβουμε την εξουσία, η επανάσταση είναι εδώ και τώρα, η μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων είναι εδώ και τώρα. Οι ζαπατίστας, οι ακτήμονες της Βραζιλίας, οι πικετέρος της Αργεντικής δεν ζητούν την άδεια και δεν περιμένουν από κανέναν να κερδίσει τις εκλογές για να αρχίσουν να δημιουργούν έναν άλλο κόσμο, εδώ και τώρα.

* Η ανοιχτή συζήτηση με τον Τζον Χολογουέι θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 1 Μαρτίου στις 7 μ.μ. στο Πολυτεχνείο (αίθουσα ΜΑΧ).

Ευχαριστούμε την ομάδα ΑΛΑΝΑ (Για τις Αντιστάσεις και τα Κινήματα στη Λατινική Αμερική) για τη συνεργασία της στο σημερινό δημοσίευμα.

Κομμουνισμός σήμερα


Το κείμενο «Κομμουνισμός σήμερα» του Τζον Χόλογουεϊ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αριστερά», τ. 213, 23-2-07


Κομμουνισμός σήμερα! Αλλά όχι μόνο σήμερα· σήμερα, σήμερα, σήμερα, εδώ και τώρα. Και όχι μόνο ως ιδέα, ως όνειρο, ως παράδοση, αλλά ως κοινωνική πραγματικότητα, ως τελείως διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις. Κομμουνισμός σήμερα; Εδώ και τώρα; Μα γιατί ένας τόσο παράλογος τίτλος;

Όμως οι παράλογοι τίτλοι είναι αυτοί που έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Και, άλλωστε, παράλογο είναι και να ελπίζει κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο που κατευθύνεται προς την αυτοκαταστροφή της ανθρωπότητας· παράλογο είναι να μιλάμε για επανάσταση σ’ αυτόν τον εικοστό πρώτο αιώνα· και δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από το Ya Basta! των Ζαπατίστας. Επίσης παράλογο είναι το να θέλουμε να ζήσουμε σε μία κοινωνία που είναι αφιερωμένη στο θάνατο. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Είμαστε, τελικά, κομμουνιστές, είμαστε παράλογοι άνθρωποι. Ας αποδεχτούμε, λοιπόν, την παράλογη πρόκληση που εμπεριέχεται στον παράλογο τίτλο αυτής της συζήτησης και ας την κατανοήσουμε με τον πιο παράλογο δυνατό τρόπο, σαν να απαιτούμε από τον εαυτό μας μια συζήτηση για τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα του κομμουνισμού. Και δεν θέλω να μιλήσω για τη Βόρεια Κορέα ούτε για την Κούβα.

Οπότε, πώς μπορούμε να αναφερθούμε στον κομμουνισμό ως μία σημερινή πραγματικότητα; Μπορούμε να ξεκινήσουμε με ένα απόσπασμα των Μαρξ και Ένγκελς στη Γερμανική Ιδεολογία: «Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σ’ αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων».

Ο κομμουνισμός δεν ανήκει στο μέλλον· κατά συνέπεια, είναι ένα κίνημα του παρόντος. Πού βρίσκεται, όμως, το κομμουνιστικό κίνημα σήμερα; Μάλιστα, πού είναι το εργατικό κίνημα τώρα; Οι Μαρξ και Ένγκελς, ωστόσο, δεν αναφέρονται σ’ αυτό το απόσπασμα στο κομμουνιστικό κίνημα, ούτε στο εργατικό κίνημα: μιλάνε για την «πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων». Και πού βρίσκεται αυτή η πραγματική κίνηση; Μέσα στο ίδιο το κεφάλαιο.

Εκεί έγκειται η σημασία της μαρξιστικής έννοιας του κεφαλαίου. Γιατί, αντίθετα με άλλες έννοιες όπως η ηγεμονία, ο ιμπεριαλισμός ή η αυτοκρατορία, το κεφάλαιο εμπεριέχει την ίδια του την άρνηση, εμπεριέχει την «πραγματική κίνηση που το καταργεί». Τι είναι αυτή η κίνηση; Η κίνηση της εργασίας. Το κεφάλαιο είναι η άρνηση της εργασίας· όμως δεν την καταστρέφει, επειδή εξαρτάται απ’ αυτήν. Η εργασία, επομένως, εξακολουθεί να υπάρχει στο πλαίσιο του κεφαλαίου ως αναιρεμένη δύναμη, ως απειλή.


Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μαρξ, η εργασία έχει δυαδικό χαρακτήρα. Είναι αφηρημένη εργασία και ταυτόχρονα συγκεκριμένη και χρήσιμη εργασία. Η αφηρημένη εργασία παράγει την αξία, την υπεραξία, το κεφάλαιο. Η αφηρημένη εργασία είναι αποξενωμένη εργασία. Επομένως, «η πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων» δεν είναι η αφηρημένη ή αποξενωμένη εργασία. Υπάρχει, πράγματι, ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στην αφηρημένη, αποξενωμένη ή αμειβόμενη εργασία και το κεφάλαιο, αλλά πρόκειται για έναν ανταγωνισμό αρκετά επιφανειακό καθώς, τελικά, η αφηρημένη εργασία και το κεφάλαιο αλληλοσυμπληρώνονται. (Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα συνδικάτα, ως φορείς που έχουν δημιουργηθεί για την άμυνα της αμειβόμενης εργασίας, δεν μπορούν να είναι επαναστατικές οργανώσεις).


Για να μιλήσουμε, επομένως, για την «πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων» πρέπει να επικεντρωθούμε στην άλλη πλευρά της εργασίας, στην ύπαρξή της ως χρήσιμη ή συγκεκριμένη εργασία. Η χρήσιμη εργασία υπάρχει στη μορφή του αντίθετού της, στη μορφή της αφηρημένης εργασίας (ακριβώς όπως η χρηστική αξία υπάρχει στη μορφή του αντίθετού της, στη μορφή της αξίας). Εδώ, σ’ αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στη χρήσιμη και την αφηρημένη εργασία, βρίσκεται η θεμελιώδης σύγκρουση του καπιταλισμού, «το κεντρικό σημείο που γύρω του περιστρέφεται η κατανόηση της πολιτικής οικονομίας» (Το Κεφάλαιο) και η κατανόηση της κοινωνίας γενικότερα. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πάλης των τάξεων. Η χρήσιμη εργασία υπάρχει στη μορφή του αντίθετού της, στη μορφή της αφηρημένης εργασίας, υπάρχει δηλαδή μέσα-και-ενάντια σ’ αυτή τη μορφή. Για να το διατυπώσουμε αλλιώς, ο αφηρημένος χαρακτήρας της εργασίας είναι μία συνεχής δράση ενάντια στη χρήσιμη εργασία· επιδιώκει να περικλείσει τη χρήσιμη εργασία στη μορφή της αφηρημένης εργασίας, αλλά δεν το καταφέρνει απόλυτα (αλλιώς θα ήταν αδύνατο να ασκήσουμε κριτική στην αφηρημένη εργασία). Η χρήσιμη εργασία, λοιπόν, υπάρχει μέσα στην αφηρημένη εργασία, ενάντια σ’ αυτήν και πέραν αυτής, σαν ηφαιστειακή δύναμη. Εδώ, στη χρήσιμη εργασία, βρίσκεται η «πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων». Ο κομμουνισμός είναι η κίνηση του ανθρώπινου πράττειν ενάντια στην ίδια του την αποξένωση, ενάντια στον αφηρημένο χαρακτήρα του. Ο κομμουνισμός είναι η εξέγερση ενάντια στην αποξενωμένη εργασία, ενάντια στην αμειβόμενη εργασία.


Αυτή η εξέγερση εκδηλώνεται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Προφανώς εκδηλώνεται και μέσα από το εσωτερικό της αμειβόμενης εργασίας, στις πολλαπλές εκφράσεις της απόρριψης της αμειβόμενης εργασίας, στην απεργία, στο σαμποτάζ, στην αποχή, κλπ. Αλλά προέρχεται και από το εξωτερικό της αμειβόμενης εργασίας, στο ότι αγωνιζόμαστε για να μην υποτάξουμε το πράττειν μας στο κεφάλαιο, για να αντιτάξουμε στο κεφάλαιο ένα πράττειν αντίθετο της αποξένωσης. Το σημείο σύγκλισης και των δύο εκφράσεων είναι η ανυπακοή, η απόρριψη, το Όχι: «Όχι, δεν θα διαμορφώσουμε τις ζωές μας ανάλογα με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου». Και, στην καλύτερη περίπτωση, «θα κάνουμε αυτό που εμείς θεωρούμε απαραίτητο ή επιθυμητό». Σ’ αυτή την περίπτωση, η ανυπακοή είναι ταυτόχρονα και αξιοπρέπεια.


Αυτές οι αξιοπρέπειες, αυτές οι εκφράσεις ανυπακοής, μπορούν να θεωρηθούν ρωγμές στην υφή της κυριαρχίας, ρωγμές που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε αυτή την άλλη κοινωνία που θέλουμε να χτίσουμε. Μπορούμε να φανταστούμε τον καπιταλισμό, το τωρινό σύστημα κυριαρχίας, σαν μία κουρτίνα που δεν μας αφήνει να δούμε τον δημιουργικό και γεμάτο ανθρώπινο δυναμικό κόσμο που καταπνίγει. Με τους αγώνες μας σκίζουμε ξανά και ξανά αυτή την κουρτίνα· και μέσα από τα σκισίματα μπορούμε να δούμε μια κοινωνία εναλλακτική, γεμάτη, φυσικά, από αντιφάσεις και προβλήματα, αλλά διαποτισμένη από άλλες κοινωνικές σχέσεις, από κοινωνικές σχέσεις που δεν βασίζονται στα χρήματα, στον ανταγωνισμό και στην υποταγή στην αλλότρια προσταγή.


Αυτές οι ρωγμές μπορούν να έχουν διάφορες διαστάσεις. Οι πιο προφανείς είναι οι χωρικές ή εδαφικές, χώροι στους οποίους ο κόσμος λέει «εδώ, σ’ αυτό το έδαφος, δεν θα δεχτούμε την κυριαρχία του κεφαλαίου, θα κάνουμε τα πράγματα αλλιώς». Αυτοί οι χώροι μπορεί να είναι ολόκληρες χώρες (η Κούβα, ίσως), μεγάλες περιοχές (η ζώνη των Ζαπατίστας στην Τσιάπας) ή και τόσο μικροί όσο ένα κοινωνικό κέντρο ή ένα εναλλακτικό καφέ.


Ωστόσο, αυτές οι ρωγμές δεν είναι απαραίτητα εδαφικές. Μπορούμε επίσης να τις συλλάβουμε υπό όρους μιας χρήσιμης δραστηριότητας ή μίας χρηστικής αξίας. Μπορούμε, για παράδειγμα, να πούμε «σε ό,τι αφορά το νερό –ή την υγεία, το software ή τη μουσική– δεν θα δεχτούμε την εξουσία του κεφαλαίου, θα κάνουμε ό,τι θεωρούμε εμείς επιθυμητό». Μπορούμε επίσης να τις κατανοήσουμε υπό όρους χρόνου: «Σ’ αυτό το δρώμενο, σ’ αυτή τη διαδήλωση, αυτή τη στιγμή, δεν θα δεχτούμε την κυριαρχία του κεφαλαίου, θα δημιουργήσουμε διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις, θα κάνουμε τα πράγματα αλλιώς».


Σιγά-σιγά, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο κόσμος είναι γεμάτος αξιοπρέπειες, εκφράσεις ανυπακοής, ρωγμές στην υφή της κυριαρχίας. Και αυτές οι αξιοπρέπειες δεν αποτελούν μόνο μέρος ενός αγώνα «μακροπρόθεσμα»· κάθε ρωγμή έχει τη δική της αξία, κάθε Όχι στον αλλότριο κόσμο είναι ένα όραμα του κόσμου που δεν-είναι-ακόμη και επομένως ήδη υπάρχει, κάθε αξιοπρέπεια είναι μία υποψία αυτού που θα μπορούσε να είναι και είναι.


Αυτές οι ρωγμές είναι ο κομμουνισμός σήμερα.


Όλα αυτά είναι πολύ όμορφα, αλλά, μήπως πρόκειται για μια ακαδημαϊκή φαντασίωση; Αυτή είναι η σημαντική ερώτηση: όσα είπα είναι καθαρή φαντασίωση ή αντιστοιχούν στην πραγματική κίνηση των σημερινών αγώνων; Δεν εννοώ τον κομμουνισμό ως ένα Κράτος με μία προγραμματισμένη οικονομία, αλλά ως αναλαμπές αυτοπροσδιορισμού, εκρήξεις του απαλλοτριωμένου πράττειν ενάντια στην αλλοτριωμένη εργασία, ως το κίνημα μιας αρνητικής διαλεκτικής χωρίς σύνθεση. Αυτή η έννοια του κομμουνισμού αντιστοιχεί σ’ ένα νέο αστερισμό των τάξεων, σε μία αναδόμηση της ταξικής πάλης. Η παλιά ιδέα του κομμουνισμού ως Κράτος-Σχέδιο, ως σύνθεση και όχι ως άρνηση, θα αντιστοιχούσε σ’ έναν προηγούμενο ταξικό αστερισμό, σ’ έναν αστερισμό που χαρακτηρίζεται κυρίως από τον αγώνα της αφηρημένης εργασίας, της αμειβόμενης εργασίας. Αυτός ο ταξικός αστερισμός (ο φορντικός αστερισμός) βρίσκεται σε κρίση εδώ και πολλά χρόνια, και μαζί μ’ αυτόν και οι μορφές οργάνωσής του (το κόμμα, τα συνδικάτα) καθώς επίσης και οι έννοιές του κομμουνισμού και του χρόνου. Αυτή η κρίση είναι μία κρίση της αφηρημένης εργασίας, του αφηρημένου χαρακτήρα της εργασίας. Μέσα ακριβώς απ’ αυτή την κρίση του παλιού αναδύεται μία νέα έννοια και, κυρίως, μία νέα πραγματικότητα του κομμουνισμού. (Η τελευταία παράγραφος είναι το αποτέλεσμα μιας συζήτησης με τον φίλο μου Sergio Tischler).


Ρωτώντας περπατάμε.

Μετάφραση: Άννα Χόλογουεϊ

Προς τον κοινωνικό αυτοπροσδιορισμό

Η κριτική του Σταύρου Σταυρίδη* που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή και αναφέρεται στο βιβλίο του Χόλογουεϊ «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία»

________________________________________________________

Τι μορφή μπορεί να πάρει σήμερα η ελπίδα για έναν άλλο κόσμο; Πώς τούτη την ελπίδα μπορούν να την τροφοδοτούν δράσεις, γεγονότα και σκέψεις που γεννιούνται σε τόσο διαφορετικά μέρη και συνθήκες, στον φαινομενικά ομοιογενή κόσμο της "παγκοσμιοποίησης"

Το βιβλίο του Τζων Χολλογουέη γεννήθηκε μέσα στην αγωνία να τεθούν ξανά ερωτήματα για την προοπτική της ανθρώπινης χειραφέτησης. Όμως, πάνω απ' όλα, τούτο το βιβλίο το διαπερνά μια αξιοπρόσεκτα διακριτή ηθική της γραφής, σπάνια σε λόγους για την κοινωνική και πολιτική δράση, που συχνά τους σημαδεύει η μεσσιανική απολυτότητα και ο ιδεολογικός μανιχαϊσμός. Να περπατήσουμε ρωτώντας, ζητά ο Χολλογουέη, σαν τους ζαπατίστας. Όμως τούτο, όπως και στην προοπτική των εξεγερμένων του μεξικάνικου νότου, δεν σημαίνει να περπατήσουμε ψάχνοντας στα τυφλά. Ήδη στη διατύπωση των ερωτημάτων εκδηλώνονται ανάγκες, αρθρώνονται όνειρα.

Να ξεκινήσουμε από την οργή, λέει ο Χολλογουέη. Χωρίς την οργή, που καθημερινά μας κάνει να μπορούμε να αντιδρούμε στη φρίκη της εκμετάλλευσης και της βαρβαρότητας, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αντίσταση. Η πραγματική ενεργός δύναμη του χειραφετητικού οράματος ξεπηδά από τη συγκεκριμένη χειροπιαστή εμπειρία εκείνων που ζουν την καταπίεση σε όλες της τις μορφές. "Μόνο αν θεμελιωθεί στην πανταχού παρουσία της αντίστασης, η επανάσταση γίνεται μια δυνατότητα" (σελ. 337).

Μια τέτοια προβληματική επανασυνδέει δύο επίπεδα της κοινωνικής εμπειρίας, που η πολιτική συζήτηση για την επανάσταση θεωρεί διαχωρισμένα. Το επίπεδο της καθημερινής ζωής και το επίπεδο της επαναστατικής ρήξης. Το κίνημα εναντίον της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, τα κινήματα της κοινωνικής αυτοοργάνωσης και διεκδίκησης στη Λατινική Αμερική αλλά και στην Ευρώπη, οι νέες μορφές πολιτικού διεθνισμού, όπως το Κοινωνικό Φόρουμ, το PGA κ.ά., έθεσαν ξανά ερωτήματα που αφορούν την άρθρωση αυτών των επιπέδων. Ταυτόχρονα, οι αναζητήσεις κινημάτων και ομάδων, που δοκιμάζουν να αντισταθούν στην καταπίεση και τον ετεροπροσδιορισμό, έθεσαν ως ένα νέο πεδίο πολιτικής αναμέτρησης την ίδια τη συγκρότηση των κοινωνικών ταυτοτήτων.

Ο Χολλογουέη δοκιμάζει να ενσωματώσει στις αναρωτήσεις ενός μαχόμενου στοχασμού ό,τι ανέδειξε η εμπειρία και η σκέψη τούτων των κινήσεων. Οι κοινωνικές σχέσεις παράγονται κυριολεκτικά σε συνθήκες ανταγωνισμού, πάλης. Εδώ εδραιώνονται οι ρόλοι, επιβεβαιώνονται οι ταξινομήσεις, ορίζονται οι ταυτότητες. Δεν μπορεί στο όνομα λοιπόν αυτών των ταυτοτήτων να διεκδικηθεί ένα αλλιώτικο μέλλον. Η υλικότητα της "αντι-εξουσίας", όπως την ονομάζει ο Χολλογουέη, μπορεί να γεννηθεί ακριβώς από την προσπάθεια, σε μικρές και μεγάλες στιγμές, να ξεπεραστεί η ίδια η βία του ετεροπροσδιορισμού, η ελέγχουσα βία της ταυτοποιούσας ταξινόμησης. "Η αντι-εξουσία βρίσκεται στην αξιοπρέπεια της καθημερινής ύπαρξης".

Η προβληματική της αξιοπρέπειας, μια προβληματική που τον επαναστατικό της πυρήνα ανέδειξε η λογική των εξεγερμένων ζαπατίστας, διανοίγει ακριβώς το πεδίο της άρθρωσης του καθημερινού με το έκτακτο. Μακριά από το μοντέλο της "επαναστατικής προετοιμασίας" για μια έφοδο που θα κρίνει τα πάντα, όσο και από το μοντέλο της σταδιακής μεταρρύθμισης που ελπίζει μικρά κέρδη να αθροίζονται, ο δρόμος της αξιοπρέπειας είναι ο δρόμος του αυτοπροσδιορισμού. Ο κοινωνικός αυτοπροσδιορισμός, ένα άλλο όνομα για τον κομουνισμό του σήμερα όπως λέει ο Χολλογουέη, απαλλαγμένο από τις κολοσσιαίες παραχαράξεις του στον λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, συνιστά ένα συλλογικό έργο σε εξέλιξη, μια κίνηση προς ένα στόχο, όσο και μια ήδη, εν μέρει και διαρκώς αναπροσδιοριζόμενη εκπλήρωσή του. Με τούτη την έννοια "η πάλη ενάντια στο κεφάλαιο είναι πάλη ενάντια στην ταυτοποίηση", ενάντια στην εξουσία που ταυτοποιεί για να υποτάσσει και να εντάσσει.

Είναι ίσως προκλητική η διατύπωση μιας τέτοιας θέσης, όταν καταλήγει σε μια άρνηση και της ταυτότητας της εργατικής τάξης: "Δεν παλεύουμε ως εργατική τάξη, παλεύουμε ενάντια στο να είμαστε εργατική τάξη, ενάντια στην ταξινόμησή μας" (σελ. 280). Και όμως μια τέτοια θέση δεν αποτελεί τη διατύπωση ενός επαναστατικού βολονταρισμού. Θεμελιώνοντας την αναλυτική του προοπτική στον σκληρό πυρήνα της μαρξικής θεωρίας, ο Χολλογουέη μας θυμίζει πως είναι γέννημα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η ταυτότητα του εργάτη. Και αν κάτι διακρίνει την κοινωνία αυτή από τις προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, είναι ότι κεφάλαιο και εργασία βρίσκονται σε μια σχέση που διαρκώς πρέπει να επιβεβαιώνεται. Η γέννηση της ταυτότητας του εργάτη, όσο και η συνεχής αναπαραγωγή της, οφείλονται στην ανάγκη να εξασφαλίζεται η υποταγή της εργασίας του στους στόχους των κεφαλαιοκρατών.

Σε τούτο το σημείο ο Χολλογουέη πλήττει και τον ορθόδοξο μαρξισμό, που ανάγει την ταξική ανάλυση σε μελέτη των τάξεων ως οντοτήτων και όχι ως διεργασιών, όσο και την αναλυτική της Αυτοκρατορίας, που αγνοεί την αλληλεξάρτηση κεφαλαίου και εργασίας, παρουσιάζοντας τον ανταγωνισμό ως μια εξωτερική σύγκρουση. Είναι κρίσιμο να επιμείνουμε στην καταστατική εξάρτηση του κεφαλαίου από την εργασία, λέει, αν θέλουμε να βρούμε στον πυρήνα τούτης της εξάρτησης τόσο τη δύναμη όσο και την αδυναμία αυτής της κοινωνικής αναπαραγωγής.

"Η κύρια συνταγή για την αιχμαλωσία αυτών που τρέπονται σε φυγή από το κεφάλαιο είναι η ιδιοκτησία" (σελ. 397). Με τούτο τον τρόπο εξαναγκάζονται οι εργαζόμενοι την "ελευθερία" τους να την πουλούν, την εργατική τους δύναμη να την διαχειρίζονται στο πλαίσιο των όρων που επιβάλλει η καπιταλιστική ιδιοποίηση της εργασίας τους. Έτσι η εργασία καθίσταται η νεκρή, αλλοτριωμένη μορφή της ενεργητικής δραστηριότητας των ανθρώπων, του ανθρώπινου πράττειν. Εναντίον της μετατροπής του πράττειν σε εργασία και εναντίον του "διαχωρισμού μας από τα μέσα του πράττειν" (σελ. 403), να ποια μπορεί να είναι για τον Χολλογουέη η προοπτική μιας άρνησης του καπιταλισμού που αντιλαμβάνεται την κινητήρια δύναμη-αδυναμία του.

Είμαστε απλοί άνθρωποι, δηλαδή εξεγερμένοι, λένε οι ζαπατίστας. Τίποτε το ηρωικό, χαμένη και η αίγλη της πρωτοπορίας που φωτίζει τον δρόμο, αν δεν κάνει η ίδια την επανάσταση για λογαριασμό των άλλων. Πρόκειται για την ιχνογράφηση μιας "αντι-πολιτικής" (σελ. 408) που δεν αποτελεί καθόλου την απλή επιβεβαίωση μιας μοριακής πάλης, πλούσιας στη χαοτική της απροσδιοριστία. Η αντιπολιτική θα αντιμετωπίζει την ανισόμετρη ανάπτυξη των αγώνων, ακριβώς ως το δυναμικό πεδίο σύνθεσης και συντονισμού "από τα κάτω", όπως επιμένουν οι ζαπατίστας. Θα αρνείται την εργαλειακότητα των μέσων και θα ζητά στη δράση να υλοποιούνται οι αξίες του μέλλοντος. Και θα αυτοελέγχεται διαρκώς. Γιατί η δημοκρατία του αυτοπροσδιορισμού πρέπει να δεσμεύει τα μέλη της και να ελέγχει τις εξουσιοδοτήσεις σε αντιπροσώπους, διαρκώς καχύποπτη απέναντι στην ίδια τη διαδικασία της αντιπροσώπευσης.

Χωρίς να πάρουμε την εξουσία, όμως, μπορεί να γίνει τίποτα; Εδώ σκαλώνει τελικά η κριτική απέναντι στην τολμηρή πολιτική αναρώτηση του Χολλογουέη. Μα είναι η εξουσία που ακριβώς συγκροτείται ως ταυτοποιητική και ταξινομική, είναι η εξουσία που θεμελιώνει τον ετεροπροσδιορισμό. Και η κρατική εξουσία είναι που στον καπιταλισμό υλοποιεί συνολικά τούτη την συνθήκη. "Το κράτος... ως μορφή διαχωρισμού τού είναι από το πράττειν" (σελ. 454) δεν μπορεί να μετατραπεί σε όργανο χειραφετητικού μετασχηματισμού. Απέναντι στο κράτος, αλλά αναγκαστικά και "μέσα, ενάντια και πέραν των μορφών των κοινωνικών σχέσεων που συνεπάγεται η ύπαρξη του κράτους" (σελ. 458), να ποιο είναι το δύσκολο και αντιφατικό στοίχημα του κινήματος για την ανθρώπινη χειραφέτηση.

Δεν ξέρουμε, λέει ο Χολλογουέη, προκαταβολικά τις τροπές που θα πάρει ένας τέτοιος αγώνας. Πρέπει να αποδεχτούμε τις ανομοιομορφίες, τα κενά και τις ασυνέχειες. Η "ώθηση προς τον αυτοπροσδιορισμό" είναι η μόνη πραγματική δύναμη, που δίνει το μέτρο και τη βάση στο όραμα της χειραφέτησης. Ακόμη και αν οι σκέψεις και οι προτάσεις του μπορεί πολλούς από εμάς να ενοχλήσουν, αμφισβητώντας βεβαιότητες ή υπονομεύοντας παγιωμένους προσανατολισμούς, αξίζει να τον ακούσουμε. Γιατί σήμερα, όσο ποτέ, η κίνηση προς έναν άλλο κόσμο είναι τόσο επιτακτικά απαραίτητη, όσο λιγοστές είναι οι δοκιμασμένες συνταγές για την καθοδήγησή της.

Παρά τη γενικευμένη βαρβαρότητα, παρά τη φρίκη της εκμετάλλευσης και του πολέμου, "η κραυγή συνεχίζεται" (σελ. 415). Αν έργα σαν τούτο το βιβλίο της δίνουν δύναμη, ελπίδα και τόπο να αρθρωθεί σε δράση που ονειρεύεται, έχουν με το παραπάνω αποδείξει την αξία τους.

* Ο Σταύρος Σταυρίδης διδάσκει στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ

Κριτική στο βιβλίο του Χόλλογουεϊ «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία»

Η βιβλιοπαρουσίαση-κριτική του Ρούντι Ρινάλντι που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διάπλους».

_______________________________________________

John Holloway
«Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία,
το νόημα της επανάστασης σήμερα»
Εκδόσεις Σαββάλας, 2006, σελίδες 506
Μετάφραση Άννα Χολλογουέη
_______________________________________________


Δύο είναι τα βιβλία που δημιούργησαν την περισσότερη συζήτηση τα τελευταία χρόνια ίσως και μόνο με τον τίτλο τους. Το ένα ήταν το «Η αυτοκρατορία» των Νέγκρι και Χαρντ, το άλλο είναι το «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» του Τζ. Χόλλογουεη (καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Πουέμπλα, γνωστότατου στην Λατινική Αμερική για το έργο του και την συμπαράστασή του στο κίνημα των Ζαπατίστας, και, με πολλούς δεσμούς με την Ελλάδα) που πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας.

Τα δύο βιβλία έχουν πολλά κοινά στοιχεία, και εντάσσονται σε μια γραμμή αυτόνομης αμφισβήτησης του μαρξισμού (ο Αλεξ Καλλίνικος αναφέρει τον μη δόκιμο όρο «αυτόνομος μαρξισμός»). Πιο αυστηρά, αποτελούν μια παραλλαγή αντιεξουσιαστικών νεοαναρχικών τοποθετήσεων.

[Υπάρχουν όμως ορισμένες σημαντικές διαφορές στην «λειτουργία» των δύο βιβλίων. Η κατοχύρωση της γοητευτικής «Αυτοκρατορίας» στην συνείδηση του κόσμου γίνεται με τρόπο εντελώς αντίστροφο από αυτόν που ήθελαν να «τεκμηριώσουν» οι συγγραφείς (η αυτοκρατορία σαν θετικό γεγονός που επιβλήθηκε στο κεφάλαιο από τις μεγάλες «εξόδους» του πλήθους, και μας φέρνει πιο κοντά στον κομμουνισμό). Γίνεται με την κατάδειξη ότι οι ΗΠΑ με τους συμμάχους αποτελούν την «αυτοκρατορία» και διαβλέπουν όχι ένα τέλος της ιμπεριαλιστικής πολιτικής αλλά μια έντασή της σε κλίμακες πρωτόγνωρες (δεν είναι τυχαίο η επιστροφή της κατηγορίας «ιμπεριαλισμός» στην πολιτική και στην δράση των κινημάτων).

Η κατοχύρωση της ιδέας που υποστηρίζει το «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» γίνεται πιο διάχυτα, πιο ατομικοποιημένα, στηρίζεται άμεσα σε μια υπαρκτή ήττα της αριστεράς και μια λαϊκή πρόληψη («για όλα φταίει η εξουσία», η «πολιτική είναι βρώμικο πράγμα» κλπ), και σε μια διευρυνόμενη αντιεξουσιαστική ψυχολογία. Άρα το βιβλίο του Χόλλογουεη ανοίγει μια πιο ουσιαστική συζήτηση, σχετικά με τις κατευθύνσεις της πάλης, ενώ το βιβλίο των Νέγκρι και Χαρντ δεν προσφέρει στο επίπεδο αυτό.

Δεύτερη διαφορά, το βιβλίο του Χόλλογουεη είναι πιο «τίμιο», πιο «ειλικρινές» από το «Η αυτοκρατορία». Δανειζόμαστε και εμείς κατηγορίες από την κυρίαρχη ή διάχυτη ηθική («τίμιο», «ειλικρινές») για να δείξουμε ότι ο συγγραφέας δεν ακολουθεί (παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις και περιθωριακά) την ακατάσχετη ρητορική του νεγκρικού έργου, εκφράζει τις απορίες του ή ακόμα δηλώνει τα όρια του προβληματισμού του. Σε πολλά σημεία λέει «δεν ξέρω», αλλά καταθέτω τον προβληματισμό μου. Παρόλο που η νομιμότητα ενός τέτοιου διαβήματος απαιτεί μια κριτική εξέταση, εντούτοις πρόκειται για μια πιο τίμια τοποθέτηση.

Βέβαια, αν η οπτική του αναγνώστη είναι ο μαρξισμός, τότε οι διαφορές αυτές είναι δευτερεύουσας σημασίας, γιατί, τα δύο έργα, εντάσσονται στο ίδιο το ρεύμα αμφισβήτησης του μαρξισμού στις σύγχρονες συνθήκες.]

Τρεις επισημάνσεις σχετικές με την επανεμφάνιση του ρεύματος αυτού :

Ενώ έχει εκδηλωθεί και επικρατήσει μια μεγάλη πολυπλόκαμη αντεπανάσταση το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, αντί να μελετηθούν σε βάθος τόσο τα αίτια της επικράτησής της όσο και οι νέες συνθήκες που αυτή δημιούργησε, σταχυολογούνται διάφορες πλευρές της για να χρησιμοποιηθούν σαν επιχειρήματα κλασσικών αναρχικών και αυτόνομων δογμάτων. που παρουσιάζονται σαν «φρέσκα κουλούρια».

Εμφανίζεται την στιγμή που αρχίσει ένας νέος κύκλος αγώνων σε ολόκληρο τον κόσμο και είναι αμφίβολο κατά πόσο οι απόψεις και οι θεωρίες αυτές μπορούν αν γίνουν αποδεκτές, αν γίνουν κτήμα των νέων κινημάτων, να οδηγήσουν σε μια γόνιμη κατάσταση. Μάλλον το αντίθετο.

Υπάρχει και μια τρίτη συντεταγμένη που αφορά ειδικά το έργο του Χόλλογουεη: ο κρατικισμός που αναδύθηκε σαν αρνητική πλευρά των μεταβατικών εγχειρημάτων. Αυτός ο πρόδηλος και καταφανέστατος κρατικισμός, ειδικά μετά την «κατάρρευση» του υπαρκτού σοσιαλισμού, νομιμοποιεί την κριτική του Χόλλογουεη, αναδύει μια πειστικότητα στη θέση που υποστηρίζει. Φυσικά στο βιβλίο αυτή η πλευρά δεν ερμηνεύεται, αλλά θεωρείται καταστατική αμαρτία του μαρξισμού.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι ο Χόλλογουεη στηρίζει τα περισσότερα από όσα θεωρητικοποιεί στο βιβλίο του στην εμπειρία των ζαπατίστας, ένα αυθεντικό μαζικό κίνημα που την στιγμή που εμφανίστηκε σκόρπισε μεγάλη αισιοδοξία, αλλά και ο τρόπος που άσκησε πολιτική διαχωρίστηκε από το παραδοσιακό μαρξιστικό «μοντέλο». Αυτή η συγκεκριμένη σύνδεση του Χόλλογουεη ίσως τον προστατεύει από νεγκρικές απογειώσεις και να τον οδηγεί σε αναμέτρηση με πραγματικές καταστάσεις και υπαρκτά διλήμματα.

Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τι λέει το βιβλίο, προσθέτοντας ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις που, διευκρινίζουμε, θέλουν να εντάσσονται στον μαρξιστικό ορίζοντα.

Το βιβλίο «Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» ξεκινά από την «κραυγή». «Εν αρχή ήν η κραυγή. Κραυγάζουμε». Ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει τον στόχο του βιβλίου του: «Στόχος αυτού του βιβλίου είναι να ενισχύσει την αρνητικότητα, να πάρει το μέρος της μύγας που βρίσκεται παγιδευμένη στον ιστό της αράχνης, να κάνει την κραυγή πιο διαπεραστική. Ξεκινάμε συνειδητά από το υποκείμενο, ή μάλλον από μια απροσδιόριστη υποκειμενικότητα αν και αντιλαμβανόμαστε τα προβλήματα που συνεπάγεται αυτή η επιλογή. Ξεκινάμε όμως από κει γιατί κάθε άλλη αφετηρία θα ήταν αναληθής.» Ήδη ο συγγραφέας έχει δείξει την θετική του προδιάθεση προς την «αρνητική διαλεκτική» του Αντόρνο, αλλα και για το έργο του Φουκώ.

Συνεχίζει με δύο κεφάλαια –πάντα εισαγωγικά- που τιτλοφορούνται «πέραν του κράτους» και «πέραν της εξουσίας». «Πρέπει να εξετάσουμε –αντί της εξήγησης περί προδοσίας των επαναστάσεων- την ιδέα ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει μέσα από την κατάληψη της κρατικής εξουσίας». Πιο πέρα θα αναφωνήσει «ο αγώνας έχει χαθεί εξ αρχής, πολύ πριν το θριαμβεύον κόμμα ή ο στρατός καταλάβει την εξουσία… έχει χαθεί από την στιγμή που εμποτίζεται στην εξουσία, από την στιγμή που η λογική της εξουσίας καθίσταται λογική της επαναστατικής διαδικασίας» (σελ 48). Και το συμπέρασμα είναι προφανές: «Η ιδέα της αλλαγής της κοινωνίας μέσα από την κατάληψη της εξουσίας οδηγεί επομένως στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που αρχικά επιδιώκει» (σελ. 49). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο συγγραφέας πουθενά δεν ξεκαθαρίζει το πώς αντιλαμβάνεται το γεγονός της επανάστασης, της επαναστατικής ανατροπής συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων και αντικατάστασής τους από άλλες. Αυτά που θα υποστηρίξει μετά από 150 χρόνια προσπαθειών δεν θα είναι πολύ διαφωτιστικά: «Ο μόνος τρόπος που μπορούμε να φανταστούμε σήμερα την επανάσταση δεν είναι ως κατάληψη της εξουσίας αλλά ως κατάλυση της εξουσίας» (σελ 54) Για να τεκμηριώσει την θέση αυτή, αναφέρεται διεξοδικά στην εμπειρία των Ζαπατίστας, εγχείρημα σημαντικότατο, που όμως για πολλούς λόγους δεν μπορεί να συγκριθεί με τους στόχους, τις ανατροπές, τα προβλήματα που αντιμετώπισαν τα μεταβατικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα.

Όταν ο Χόλλογουαιη θα μιλήσει για την εξουσία, θα απλοποιήσει πολύ την έννοια, ίσως την αποδίδει όπως την αισθάνεται (αφού μάλλον υποστηρίζει ότι το πώς νοιώθουμε τείνει να αποκτήσει επαναστατική εγκυρότητα σε αντίθεση με την επιστήμη και τις έννοιες που αποκλείουν το υποκείμενο ή θέτουν εξ αρχής το υποκείμενο σε διαχωρισμό από την έννοια κλπ κλπ), λέγοντας: «Η εξουσία καταρχήν είναι αυτό: η αίσθηση του μπορώ, η ικανότητα του πράττειν, του να κάνουμε πράγματα. Το πράττειν συνεπάγεται δύναμη, δύναμη για να πράξουμε… Υπ΄ αυτήν την έννοια η δύναμη, η εξουσία, μπορεί να γίνει κατανοητή ως εξουσία-για, εξουσία για να πράξουμε» (σελ. 70). Όμως «όταν η κοινωνική ροή του πράττειν σπάει, τότε η εξουσία-για, μετασχηματίζεται στο αντίθετό της σε εξουσία-επί» (σελ. 71). Στον καπιταλισμό «το κεφάλαιο βασίζεται στην αποκρυστάλλωση του παρελθοντικού πράττειν των ανθρώπων με την μορφή της ιδιοκτησίας» και «οι πράττοντες παραμένουν στο πλαίσιο μιας σχέσης υποταγής μέσω του κατακερματισμού της συλλογικής ροής του πράττειν» (σελ 75) «Παρατηρείται μια περίεργη απολίθωση του πεπραγμένου, μια παράξενη ριζική αποσύνδεση του πεπραγμένου από το πράττειν» (σελ 76). Οι «έννοιες» εξουσία-για, εξουσία-επί, πεπραγμένο και πράττειν έχουν κυρίαρχη θέση σε ολόκληρη την ανάλυση του συγγραφέα.

Η «εξουσία-για» μετατρέπεται στο αντίθετό της, την «εξουσία-επί» και το «πράττειν» κυριαρχείται από το «πεπραγμένο». Το νόημα μιας απελευθερωτικής κίνησης είναι πασιφανές: «Η πάλη της κραυγής είναι η πάλη της απελευθέρωσης της εξουσίας-για από την εξουσία-επί, η πάλη της απελευθέρωσης του πράττειν από την εργασία, της υποκειμενικότητας από την αντικειμενοποίηση» (σελ. 87).

Ξεκαθαρίζει με Λένιν και Μάο ότι απλά συγκρότησαν επαναστατικά κινήματα ως αντικατοπτρισμό της εξουσίας. (Σε άλλες σελίδες έχει ξεμπλέξει και με τον «συλλογικό διανοούμενο» και την «ηγεμονία» του Α. Γκράμσι) Στην συνέχεια χρησιμοποιεί αρκετά τον Φουκώ για να αναλύσει τα θέματα της εξουσίας και δεν δίνει τόση σημασία στο τι εξέλιξη είχε το κρατικό φαινόμενο, το πολιτικό στοιχείο, η πολιτική εξουσία σε όλες τις μεταμορφώσεις της κεφαλαιοκρατικής σχέσης και τι συνέπειες έφερε σε αυτήν το ανταγωνιστικό κίνημα, αλλά και πώς επηρεάσθηκε το ανταγωνιστικό κίνημα από αυτές της μεταμορφώσεις ή και την πίεση που του ασκήθηκε μέσα σε μια λυσσαλέα ταξική πάλη. Εκτός αν όλα αυτά ήταν ψέματα και μόνες αλήθειες είναι όσα υποστηρίζει ο συγγραφέας με τα επιλεκτικά του δάνεια από την σχολή Φραγκφούρτης, τον Φουκώ και στην συνέχεια …από τον νεαρό Μάρξ και τον νεαρό Λούκατς.

Στην συνέχεια του βιβλίου υπάρχουν τρία κεφάλαια που έχουν σαν κεντρικό θέμα τον φετιχισμό. (Φετιχισμός το τραγικό δίλημμα, Φετιχισμός και φετιχοποίηση, Αντιφετιχισμός και κριτική). Στο πρώτο θα γενικεύσει το φαινόμενο του φετιχισμού και θα το συνδέσει με όσα έχουμε εκθέσει μέχρι τώρα. Ο φετιχισμός θα είναι η ανώτερη εκδήλωση, η ουσία της ίδιας της καπιταλιστικής σχέσης και δεν θα ορίζεται σαν ένα από τα κύρια ζητήματα μιας θεωρίας για την ιδεολογία και την λειτουργία της μέσα στο καπιταλισμό και την γενίκευση των εμπορευματικών σχέσεων. Στο κεφάλαιο αυτό ο φετιχισμός θα είναι απόλυτος. Επειδή όμως αυτή η απολυτότητα ίσως ακυρώσει την δυνατότητα οποιασδήποτε απελευθερωτικής κίνησης, ο συγγραφέας (αφού ομολογήσει αυτό το αδιέξοδο, σελ 119, σελ. 159, και σελ 166 «ο φετιχισμός μας αφήνει με το δίλημμα της επείγουσας αδυναμίας πραγμάτωσης της επανάστασης») αναγκάζεται να εισάγει την έννοια του «φετιχισμού ως διαδικασία» και την συνειδητοποίησή του από όσους κραυγάζουν. Αυτός θα είναι και ο αντιφετιχισμός που θα ξεδιπλώνεται ανταγωνιστικά ενάντια σε κάθε απολίθωση, σε κάθε ταυτότητα, ορισμό και κατακερματισμό, αφού με αυτά ο καπιταλισμός καταφέρνει να καταπιέζει και να εξουσιάζει την συντριπτική πλειοψηφία του πλανήτη. «Η μόνη αλήθεια που μπορούμε να διακηρύξουμε είναι η άρνηση του αναληθούς, δεν υπάρχει τίποτε σταθερό στο οποίο να μπορούμε να προσκολληθούμε για να μας καθησυχάσει: ούτε η τάξη, ούτε ο Μάρξ, ούτε η επανάσταση» (σελ. 203)

Αφού κηρύξει τον πόλεμο στην «ταυτότητα» και στην διαδικασία ταυτοποίησης στον καπιταλισμό που «κάνει την ζωή υποφερτή», «εξαλείφει τον πόνο», «αμβλύνει τα συναισθήματα», διακηρύττει ότι «ο κομμουνισμός είναι το κίνημα της έντασης ενάντια στην άμβλυνση των συναισθημάτων που καθιστά δυνατή τη φρίκη του καπιταλισμού». Τότε η μόνη επιλογή που έχουμε είναι να κατανοήσουμε πως η «φετιχοποίηση ως διαδικασία αποτελεί το κλειδί για να μπορέσουμε να σκεφτούμε την αλλαγή του κόσμου χωρίς την κατάληψη της εξουσίας». Αν δεν το κάνουμε αυτό τότε «εγκαταλείπουμε την ιδέα της επανάστασης ως χειραφέτησης του εαυτού». Οποιαδήποτε άλλη ανάγνωση του φετιχισμού «μπορεί να οδηγήσει μόνο σε μια έννοια της επανάστασης ως αλλαγής του κόσμου εν ονόματι των καταπιεζομένων: όταν η επανάσταση δεν γίνεται «εν ονόματι» αλλά έχει τη δική της κινητήρια δύναμη δεν τίθεται καν το ζήτημα «κατάληψης της εξουσίας» (σελ 211, 212)

Ποια είναι όμως αυτή η κινητήρια δύναμη; «Όλοι, με διαφορετικό τρόπο, είμαστε τα υποκείμενα της κριτικής θεωρίας στο βαθμό που αποτελούμε μέρος της διαδικασίας» (σελ 213) αντιφετιχοποίησης, και αποκατάστασης της συλλογικής ροής του πράττειν.

Από όλη την γνωστή ιστορία ενάντια στον καπιταλισμό ο συγγραφέας επιλέγει τρεις στιγμές «Η Κομμούνα του Παρισιού που σχολίασε ο Μάρξ, τα εργατικά συμβούλια που ανέλυσε ο Πάνεκουκ, τα συμβούλια των χωρικών Ζαπατίστας κ.ο.κ αποτελούν πειράματα στο πλαίσιο της κίνησης του αντιφετιχισμού» (σελ. 214). Δεν έχει πολλή σημασία αν ο Μαρξ ύμνησε την Κομμούνα την πρώτη σαν εφαρμογή της δικτατορίας του προλεταριάτου, ούτε αν τα εργατικά συμβούλια δεν ξέκοβαν από την προοπτική της προλεταριακής εξουσίας. Αυτό το «κ.ο.κ» μάλλον ήθελε περισσότερη ανάλυση. Πάλι το μοναδικό οχυρό είναι το ζαπατιστικό κίνημα. Η ιστορία του 20ου αιώνα δεν ήταν ιστορία πειραμάτων ενάντια στον φετιχισμό, αλλά μια ιστορία επαναστάσεων, εξεγέρσεων, πολέμων και αντεπεναστάσεων και σημαδεύτηκε από την προσπάθεια να κτιστούν μεταβατικές κοινωνίες δηλαδή κοινωνιών που να στηρίζονταν σε άλλες κοινωνικές σχέσεις από αυτές που κυριαρχούν στο καπιταλισμό. Ένα πραγματικό κίνημα που συγκροτούσε ταξικά κοινωνικά μπλοκ συγκρούστηκε σε όλα τα μέτωπα (με τα εφόδια που είχε), δεν κραύγαζε, ούτε όριζε τον εαυτό του σαν «το κίνημα της έντασης ενάντια στην άμβλυνση των συναισθημάτων που καθιστά δυνατή τη φρίκη του καπιταλισμού»… Αλλά και όσα συμβαίνουν σήμερα στην αυγή του 21ου αιώνα και ειδικά στην Λατινική Αμερική δεν μπορούν να ερμηνευτούν με τέτοια σχήματα. Αυτά θα γεννούν μια δυσπιστία απέναντι σε πραγματικά λαϊκά εγχειρήματα, σε πραγματικές μάχες και ταξικές συγκρούσεις, γιατί θα σχετίζονται με την καταραμένη την «πολιτική εξουσία»…

Το έβδομο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Η παράδοση του επιστημονικού μαρξισμού». Σε αυτό αρχικά επιτίθεται στην έννοια της επιστήμης: «Η επιστήμη από πάλη ενάντια στην αναλήθεια του φετιχισμού, καταλήγει να θεωρείται γνώση της πραγματικότητας» (σελ. 236). Ο διαχωρισμός αντικειμενικού κόσμου και υποκειμενικού κόσμου οδηγεί τον παραδοσιακό μαρξισμό σε «χοντροειδείς κατανοήσεις». Για παράδειγμα ο Ενγκελς (συνηθισμένος στις πιο αστήρικτες επιθέσεις) κατηγορείται πως θεωρεί την διαλεκτική σαν ένα φυσικό νόμο. Έτσι όμως «δεν αποτελεί –η διαλεκτική- λόγο εξέγερσης, τη «σταθερή αίσθηση της μη ταυτότητας», την εκρηκτική δύναμη του αρνηθέντος». (σελ. 241). Ο μαρξισμός «ως επιστήμη» συνεπάγεται μια διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που ξέρουν και σε αυτούς που δεν ξέρουν ανάμεσα σε αυτούς που έχουν αληθή συνείδηση και αυτούς που διακατέχονται από ψευδή συνείδηση (σελ 241). Στην συνέχεια καταγγέλλονται όλες οι αντιλήψεις περί αντικειμενικών νόμων που λειτουργούν έξω από την συνείδηση των ανθρώπων γιατί τότε «ποιος ο ρόλος της πάλης;». Όλες οι υποθέσεις που στηρίζονται σε έννοιες κλειδιά όπως «ιστορικός υλισμός», «επιστημονικός σοσιαλισμός», «αντικειμενική νόμοι», «μαρξιστική οικονομική θεωρία» είναι διάτρητες γιατί αναπαράγουν τον «δυαδικό χωρισμό υποκειμένου και αντικειμένου». Όσα προχωρήματα έγιναν είχαν το χαρακτήρα «της επικέντρωσης της προσοχής στη σημασία της υποκειμενικής δράσης». «Οι επαναστάτες θεωρητικοί της περιόδου (Λούξεμπουργκ, Λένιν, Τρότσκι, Πάνεκουκ κ.ο.κ) τόνισαν την ανάγκη για ενεργό επαναστατική παρέμβαση», «ωστόσο η έμφαση στο υποκειμενικό θεωρήθηκε πάντα συμπληρωματική (αν όχι υποταγμένη) στην αντικειμενική κίνηση του καπιταλισμού» (σελ 245). Σε γενικές γραμμές «η επαναστατική επιστήμη γίνεται κατανοητή ως μια προέκταση της αστικής επιστήμης και όχι μια ριζική ρήξη με αυτήν» (σελ. 257).

Στο κεφάλαιο αυτό φτάνει σε δύο συμπεράσματα σχετικά με την έλξη του λενινισμού και την έλξη του μαρξισμού. Αξίζει να τα δούμε για να καταλάβουμε καλύτερα την θέση του συγγραφέα: «Η μεγάλη έλξη του λενινισμού έγκειται στο ότι έλυσε το πρόβλημα του πώς αυτοί που στερούνται ταξικής συνείδησης θα μπορούν να πραγματοποιήσουν μια επανάσταση: μέσα από την ηγεσία του κόμματος». Ίσως για τον συγγραφέα αποτελεί λεπτομέρεια ότι αυτή η επανάσταση έγινε, πραγματοποιήθηκε και άνοιξε νέους δρόμους, ενώ, το «εμείς» που σήμερα πρεσβεύει, δηλαδή όσων έχουν συνείδηση της φετιχοποίησης και αντιστέκονται σε αυτήν, είναι αμφίβολο αν μπορεί να γεννήσει ιστορικά γεγονότα.

Όμως ο συγγραφέας συνεχίζει τον συλλογισμό του: «Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν επρόκειτο για την επανάσταση που εμείς (ή αυτοί) θέλαμε». Το «εμείς δεν θέλαμε» το καταλάβαμε από όλη την έκθεση του συγγραφέα. Το «ή αυτοί» από πού προκύπτει; Πώς νομιμοποιείται αυτή η κατηγορηματικότητα. Ήταν κάτι που τους το επιβάλλανε; Για να το πούμε χωρίς περιστροφές οι επαναστάσεις δεν είναι παιχνίδι, δεν είναι προϊόν διάθεσης. Είναι προϊόντα ανάγκης, δεν παραγγέλλονται από καμιά πρωτοπορία (αυτή μπορεί να τις υποβοηθήσει) και είναι περίοδοι που σπρώχνονται στην πάλη εκατομμύρια ανθρώπων που μέχρι τότε μπορεί να μην έπαιρναν ενεργό μέρος στην πολιτική πάλη. Πάντα αντικείμενο των (προλεταριακών) επαναστάσεων ήταν η ανατροπή της αστικής τάξης πραγμάτων, η συντριβή του υπάρχοντος κρατικού μηχανισμού και η αντικατάστασή του με μια άλλη μορφή πολιτικής εξουσίας που αναγκαστικά είχε κρατικά χαρακτηριστικά αλλά ήταν μιας διαφορετικής ποιότητας από αυτήν του κλασσικού κράτους που γνωρίζουμε στο καπιταλισμό. Αυτά όμως μπορεί να «μην τα θέλει» ο συγγραφέας και όσοι συμφωνούν αλλά σίγουρο τα θέλανε όσοι έγιναν υποκείμενα της ιστορίας σε αποφασιστικές στιγμές. Ο Χόλλογουεη όμως συνεχίζει: «Το δεύτερο μέρος της πρότασης: ΄θα πάρουμε την εξουσία και θα απελευθερώσουμε το προλεταριάτο΄ δεν πραγματοποιήθηκε ούτε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί» (σελ 258). Αφού το λέει ο συγγραφέας μπορεί και να έγινε έτσι…

Η δεύτερη γοητεία αφορά τον ορθόδοξο μαρξισμό, αυτόν που έτσι νομίζει ο Χόλλογουέη. «Η μεγάλη γοητεία του ορθόδοξου μαρξισμού οφείλεται στην απλότητά του. Πρόσφερε μία απάντηση στο επαναστατικό δίλημμα: μία λανθασμένη απάντηση αλλά τουλάχιστον μια απάντηση. Οδήγησε το επαναστατικό υποκείμενο σε μεγάλες κατακτήσεις, οι οποίες τελικά δεν ήταν κατακτήσεις αλλά τρομερές ήττες». (σελ. 272) Ο πειρασμός είναι μεγάλος: είναι αυτή μια σοβαρή αποτίμηση του τι πρόσφερε το κομμουνιστικό κίνημα στα 150 χρόνια ύπαρξής του; Είναι αυτό ένας απολογισμός του έργου των μεταβατικών κοινωνιών;

Τα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου είναι «το κριτικό-επαναστατικό υποκείμενο», «η υλική πραγματικότητα της αντιεξουσίας», «η υλική πραγματικότητα της αντιεξουσίας και η κρίση του κεφάλαιου» και ενδέκατο και τελευταίο κεφάλαιο το «επανάσταση».

«Πρώτον η αντιεξουσία είναι πανταχού παρούσα» (σελ.301) και «Δεύτερον, η αντιεξουσία δεν είναι μόνο πανταχού παρούσα: αποτελεί επίσης την κινητήρια δύναμη της εξουσίας» (σελ. 309). Πρόκεται για την κλασσική αυτόνομη θέση σύμφωνα με την οποία όλες οι αλλαγές προέρχονται και επιβάλλονται από τον ανταγωνισμό και τους αγώνες του κοινωνικού προλετάριου (τότε) και από το πλήθος (σήμερα).

Σχετικά με το κριτικό-επαναστατικό υποκείμενο ο συγγραφέας αποφαίνεται ότι «Δεν μπορούμε να ορίσουμε το κριτικό-επαναστατικό υποκείμενο γιατί το κριτικό-επαναστατικό υποκείμενο δεν μπορεί να οριστεί… ο ορισμός συνεπάγεται μια υποταγή. Ένα υποκείμενο μπορεί να οριστεί μόνο στη βάση μιας υποτιθέμενης υποταγής. Ο ορισμός ενός κριτικού-επαναστατικού υποκειμένου είναι αδύνατος, αφού ένα τέτοιο υποκείμενο επαναστατεί ενάντια στην υποταγή. «Δεν υπάρχει λόγος να περιορίσουμε την κραυγή σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων». «Είναι μια κραυγή-ενάντια που υπάρχει μέσα σε όλους μας, εφόσον όλοι μας καταπιεζόμαστε από τον καπιταλισμό» (σελ. 291-292).

Ο συγγραφέας φτάνει σε ένα τελικό συμπέρασμα: «Πώς να αλλάξουμε λοιπόν τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία; Δεν γνωρίζουμε. Οι λενινιστές γνωρίζουν ή γνώριζαν. Εμείς όχι. Η ανάγκη για επανάσταση είναι πιο επείγουσα από κάθε άλλη φορά, ωστόσο δεν γνωρίζουμε πια τι σημαίνει επανάσταση… Αυτό είναι ένα βιβλίο χωρίς τέλος. Είναι ένας ορισμός που ταυτόχρονα αρνείται τον εαυτό του. Είναι ένα ερώτημα, μια πρόσκληση για συζήτηση… Η κραυγή συνεχίζεται…» (σελ. 414-415)

Ο υπότιτλος του βιβλίου ήταν «το νόημα της επανάστασης σήμερα» και υποτίθεται ότι αυτό ήταν να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία. Στο τέλος μετά από έναν μακρύ κύκλο – αναζήτηση καταλήξαμε στο ότι δεν γνωρίζουμε πια τι σημαίνει επανάσταση. Πάντως θέσαμε ερωτήματα, καλέσαμε σε συζήτηση. Μόνο που δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα. Γιατί ταυτόχρονα νομίζοντας ότι πάμε ενάντια στην «ταυτότητα και τον ορισμό» γκρεμίσαμε όχι ψεύτικες βεβαιότητες αλλά καταχτήσεις της σκέψης και της δράσης, καταχτήσεις και προχωρήματα της θεωρίας και της πράξης της επανάστασης. Μάλιστα το κάναμε χωρίς να φωτίσουμε καθόλου τις αιτίες επικράτησης μιας πολυπλόκαμης αντεπανάστασης, χωρίς να δείξουμε που και πώς η θεωρία πρέπει να επικεντρώσει την προσπάθειά της να φωτίσει πλευρές των «μισοτελειωμένων δουλειών» του προηγούμενου αιώνα που μας ξαναεμφανίζουν τον αντίπαλο πάλι όρθιο. Τον αντίπαλο που πρέπει να καταπολεμήσουμε έως ότου καταστεί αδύνατο να ξανασηκωθεί και γκρεμίσει όσα δημιούργησε η απελευθερωτική κίνηση. Αχ, να ήταν όλα αυτά τόσο απλά και εύκολα όπως διατείνονται οι τίτλοι των βιβλίων…

Τέλος η ελληνική έκδοση περιλαμβάνει έναν επίλογο (σελ. 416-481) στον οποίο ο συγγραφέας παραθέτει και απαντά σε διάφορες κριτικές που του έχουν γίνει. Ανεξάρτητα από το αν επαναλαμβάνει θέσεις που παρουσιάσαμε, είναι ένα ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου και δείχνει την ευαισθησία του συγγραφέα για συζήτηση και αντιπαράθεση.

Ρούντι Ρινάλντι

Είμαστε η κρίση της αφηρημένης εργασίας

Το κείμενο του Τζον Χόλογουέι που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή» την Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2007.

________________________________________________________

«Φωνές αντίστασης: εναλλακτικές φωνές». Τι είναι οι φωνές μας; Οι φωνές μας είναι οι φωνές της κρίσης της αφηρημένης εργασίας. Είμαστε η κρίση της αφηρημένης εργασίας. Είμαστε η δύναμη του δημιουργικού πράττειν.

Είμαστε κρίση. Είμαστε μία δύναμη κατά κύριο λόγο αρνητική, όχι θετική. Αυτό που μας φέρνει εδώ σήμερα δεν είναι κάτι το θετικό, αλλά το ΟΧΙ που όλοι μοιραζόμαστε. Όχι στον καπιταλισμό, όχι σ' έναν κόσμο βίας και εκμετάλλευσης, όχι σε μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης που κυριολεκτικά καταστρέφει την ανθρωπότητα, με κάθε έννοια της λέξης. Όχι σ' έναν κόσμο στον οποίο το πράττειν προσδιορίζεται από δυνάμεις που δεν ελέγχουμε. ¡Ya basta! Ωστόσο, αυτό το ¡Ya basta!, αυτή η άρνηση, δεν βρίσκεται έξω από το κεφάλαιο, φτάνει μέχρι την καρδιά του, απλούστατα επειδή το κεφάλαιο εξαρτάται από το ναι μας, από την αποδοχή μας, από την συγκατάθεσή μας να εργαζόμαστε και να παράγουμε αξία, από την αναπαραγωγή της αισχρότητας που μας περιτριγυρίζει. Το ΟΧΙ μας είναι ένα ισχυρό όχι, απλούστατα επειδή η ύπαρξη του κεφαλαίου εξαρτάται από το ναι μας. Το ΟΧΙ μας είναι η ενδημική κρίση του κεφαλαίου.

Είμαστε το ΟΧΙ, είμαστε αρνητικότητα, είμαστε η κρίση του κεφαλαίου. Αλλά είμαστε ακόμη περισσότερα. Είμαστε η κρίση αυτού που παράγει το κεφάλαιο, η κρίση της αφηρημένης, αλλοτριωμένης εργασίας. Το κεφάλαιο παράγεται από την αφηρημένη εργασία. Πράγματι, το κεφάλαιο είναι που κάνει την εργασία αφηρημένη, που την μετατρέπει στη διαδικασία μέσα από την οποία ο απέραντος πλούτος της ανθρώπινης δημιουργικότητας ελέγχεται, συγκρατείται, δαμάζεται στην υπηρεσία της επέκτασης της αξίας. Η μετατροπή της εργασίας σε αφηρημένη εργασία καταδικάζει το έντονο χρώμα του δημιουργικού πράττειν στο γκρίζο της παραγωγής αξίας, το περιορίζει στον κενό κόσμο της παραγωγής χρήματος. Στον καπιταλισμό, το δημιουργικό πράττειν (αυτό που ο Marx ονομάζει συγκεκριμένη ή χρήσιμη εργασία) υποτάσσεται στην αφηρημένη εργασία, υπάρχει στη μορφή της αφηρημένης εργασίας. Ωστόσο, αυτή η μορφή εμπεριέχει μια συνεχή ένταση, έναν συνεχή ανταγωνισμό ανάμεσα στο περιεχόμενο και τη μορφή, ανάμεσα στο δημιουργικό πράττειν και την αφηρημένη εργασία. Το δημιουργικό πράττειν υποτάσσεται στην αφηρημένη εργασία, αλλά δεν εξαλείφεται απ' αυτήν: υπάρχει σε συνεχή εξέγερση ενάντια στην αφηρημένη εργασία, υπάρχει στη μορφή της λανθάνουσας κρίσης της αφηρημένης εργασίας.

Εδώ βρίσκεται, λοιπόν, ο πυρήνας της ταξικής πάλης: είναι η πάλη ανάμεσα στο δημιουργικό πράττειν και την αφηρημένη εργασία. Ήταν συνηθισμένο, στο παρελθόν, να σκεφτόμαστε την ταξική πάλη ως πάλη ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, κατανοώντας την εργασία ως αμειβόμενη, αφηρημένη εργασία. Και η εργατική τάξη έχει συχνά οριστεί ως η τάξη των αμειβόμενων εργατών. Αυτό, ωστόσο, είναι λάθος. Η αμειβόμενη εργασία και το κεφάλαιο αλληλοσυμπληρώνονται, η αμειβόμενη εργασία είναι μία στιγμή του κεφαλαίου. Υπάρχει, πράγματι, μία σύγκρουση ανάμεσα στην αμειβόμενη εργασία και το κεφάλαιο, πρόκειται όμως για μια σχετικά επιφανειακή σύγκρουση. Μία σύγκρουση για τα επίπεδα των μισθών, για τη διάρκεια της εργασιακής ημέρας, για τις συνθήκες της εργασίας
· αυτά είναι σημαντικά ζητήματα, αλλά προϋποθέτουν την ύπαρξη του κεφαλαίου. Η πραγματική απειλή για το κεφάλαιο δεν έρχεται από την αφηρημένη εργασία, αλλά από τη χρήσιμη εργασία ή το δημιουργικό πράττειν, γιατί το δημιουργικό πράττειν είναι αυτό που υπάρχει σε ριζική αντίθεση με το κεφάλαιο, με τον ίδιο του, δηλαδή, τον αφηρημένο χαρακτήρα. Το δημιουργικό πράττειν είναι αυτό που λέει "όχι, δεν θα κάνουμε αυτό που προστάζει το κεφάλαιο, θα κάνουμε αυτό που θεωρούμε απαραίτητο ή επιθυμητό".

Είμαστε η κρίση της αφηρημένης εργασίας, είμαστε η κρίση του εργατικού κινήματος, του κινήματος που πηγάζει από την πάλη της αφηρημένης εργασίας. Η αφηρημένη εργασία έχει οργανώσει την πάλη της ενάντια στο κεφάλαιο από τις πρώτες ημέρες του καπιταλισμού~ τον αγώνα για καλύτερες συνθήκες για την αμειβόμενη εργασία. Στον πυρήνα αυτού του κινήματος βρίσκονται τα συνδικάτα, με τον αγώνα τους για υψηλότερες αμοιβές και καλύτερες συνθήκες. Στα κλασικά έργα του ορθόδοξου μαρξισμού εννοιολογείται ως κοινωνικός αγώνας, ο οποίος πρέπει να συμπληρωθεί με τον πολιτικό αγώνα. Ο πολιτικός αγώνας οργανώνεται σε κόμματα, τα οποία στοχεύουν κυρίως στην κατάκτηση της κρατικής εξουσίας, είτε με κοινοβουλευτικά μέσα είτε μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Το κλασικό επαναστατικό κόμμα αναζητά, βεβαίως, την υπέρβαση της προοπτικής των συνδικάτων και την καθοδήγηση προς μία επανάσταση που θα καταργήσει την αφηρημένη, αμειβόμενη εργασία~ στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκεται (ή βρισκόταν) παγιδευμένο στον κόσμο της αφηρημένης εργασίας. Ο κόσμος της αφηρημένης εργασίας είναι ένας κόσμος φετιχισμού, ένας κόσμος στον οποίο οι κοινωνικές σχέσεις υπάρχουν ως πράγματα. Πρόκειται για έναν κόσμο που κατοικείται από το χρήμα, το κεφάλαιο, το κράτος, τα κόμματα, τους θεσμούς, έναν κόσμο γεμάτο ψεύτικες σταθερότητες, έναν κόσμο ταυτοτήτων. Πρόκειται για έναν κόσμο διαχωρισμού, στον οποίο το πολιτικό διαχωρίζεται από το οικονομικό, το δημόσιο από το ιδιωτικό, το μέλλον από το παρελθόν, το υποκείμενο από το αντικείμενο, έναν κόσμο στον οποίο το επαναστατικό υποκείμενο είναι ένα "εκείνοι" (η εργατική τάξη, οι χωρικοί) και όχι ένα "εμείς". Ο φετιχισμός είναι ο κόσμος της κίνησης που βασίζεται στην πάλη της αμειβόμενης εργασίας, της αφηρημένης εργασίας, από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να αποδράσει: πρόκειται για έναν κόσμο καταπιεστικό, απογοητευτικό, και τρομακτικά βαρετό. Πρόκειται επίσης για έναν κόσμο στον οποίο η πάλη των τάξεων είναι συμμετρική. Το ότι η αφηρημένη εργασία και το κεφάλαιο αλληλοσυμπληρώνονται, αντικατοπτρίζεται σε μία βασική συμμετρία ανάμεσα στον αγώνα της αφηρημένης εργασίας και τον αγώνα του κεφαλαίου. Και οι δύο περιστρέφονται γύρω από το κράτος και τον αγώνα για την εξουσία -επί των άλλων
· και οι δύο είναι ιεραρχικοί· και οι δύο αναζητούν τη νομιμότητα με το να πράττουν |για λογαριασμό άλλων|.

Είμαστε η κρίση της αφηρημένης εργασίας και του εργατικού κινήματός της. Αυτό ήταν πάντα αλήθεια. Ωστόσο, δεν είμαστε πλέον η λανθάνουσα κρίση, αλλά η ανοιχτή, έκδηλη κρίση. Η αφηρημένη εργασία ήταν πάντα το κλειδί για την καπιταλιστική κυριαρχία
· η μετατροπή, δηλαδή, του δημιουργικού πράττειν σε αφηρημένη εργασία και, ταυτόχρονα, των ανθρώπινων δημιουργών σε αμειβόμενους εργάτες. Με άλλα λόγια, η εργασία υπήρξε πάντα στον πυρήνα του καπιταλιστικού ελέγχου. Οι ονομαζόμενες οικονομίες πλήρους απασχόλησης της μεταπολεμικής περιόδου, σε συνδυασμό με τη μαζική και εντατική μετατροπή της εργασίας σε αφηρημένη εργασία κατά την φορντική περίοδο, υπήρξαν ίσως οι στιγμές ακμής της κυριαρχίας της αφηρημένης εργασίας και των θεσμών της, των οποίων το κλασικό εργατικό κίνημα αποτελούσε κεντρικό κομμάτι. Αυτός ο τρόπος κυριαρχίας βρίσκεται σε ανοιχτή κρίση εδώ και τριάντα χρόνια· αυτή η κρίση είμαστε εμείς, το ΟΧΙ, η άρνησή μας να αποδεχτούμε την μετατροπή της δημιουργικότητάς μας σε ανούσια αφηρημένη εργασία, την μετατροπή των εαυτών μας σε μηχανές.

Και ο νεοφιλελευθερισμός; Ο πόλεμος; Τι συμβαίνει με την αυτοκρατορία και την βιοεξουσία και τις νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου; Δεν έχουν υπερβεί την κρίση; Δεν έχουν δημιουργήσει μία νέα βάση για τον καπιταλισμό; Όχι, δεν νομίζω, και θα έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις εννοιολογήσεις μας, ώστε να μην μετατρέψουμε την κρίση σε ένα νέο παράδειγμα, σε μία νέα εποχή κυριαρχίας, σε μία νέα αυτοκρατορία, απλούστατα επειδή τα θετικά τής παραδειγματικής σκέψης φυλακίζουν την αρνητικότητά μας, περιορίζουν τις προοπτικές μας. Είναι δουλειά του κεφαλαίου να δημιουργήσει ένα νέο παράδειγμα, όχι δική μας. Δική μας δουλειά, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, είναι να προκαλέσουμε αστάθεια και όχι σταθερότητα. Ο μαρξισμός είναι μια θεωρία κρίσης και όχι μορφών κυριαρχίας: δεν έχει να κάνει με τη δύναμη της κυριαρχίας, αλλά με την αδυναμία της. Και, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πάρα πολλές ενδείξεις της θεμελιώδους αδυναμίας του κεφαλαίου: τόσο η αυξημένη βία του όσο και η συνεχής εξάρτησή του από τη διαρκή εξάπλωση του χρέους. Υπάρχει, σίγουρα, μία συνεχής εξάπλωση και εντατικοποίηση του αφηρημένου χαρακτήρα της εργασίας: όσοι κινούμαστε στα πανεπιστήμια, για παράδειγμα, έχουμε πλήρη συνείδηση του πώς η δουλειά μας υποτάσσεται όλο και πιο άμεσα στις προσταγές της αγοράς. Ωστόσο, υπάρχει ταυτόχρονα μια αυξανόμενη αποτυχία της αφηρημένης εργασίας να συγκρατήσει την ορμή του δημιουργικού πράττειν μέσα στα όρια της παραγωγής αξίας, μέσα στα όρια της αγοράς.

Αυτή είναι η κρίση της αφηρημένης εργασίας: η αδυναμία της αφηρημένης εργασίας να συγκρατήσει την ορμή του δημιουργικού πράττειν. Η εργασία ήταν και παραμένει (παρά την εξάπλωση της πειθαρχίας σε ολόκληρο το "κοινωνικό εργοστάσιο") η κύρια πειθαρχική δύναμη του καπιταλισμού, το κυρίαρχο μέσο για τον περιορισμό και τη μείωση της ανθρωπιάς μας, της άρνησης-και-δημιουργίας μας. Η καθολική κρίση της εργασίας εντατικοποιεί αυτή την πειθαρχία (καθώς οι άνθρωποι ανταγωνίζονται για τις θέσεις εργασίας) και την αποδυναμώνει, καθώς δεν καταφέρνει να γεμίσει τις ζωές των ανθρώπων: η αβεβαιότητα της εργασίας είναι και αβεβαιότητα του αφηρημένου χαρακτήρα της εργασίας. Οι αγώνες διαμαρτυρίας ενάντια στον καπιταλισμό υπερβαίνουν όλο και περισσότερο τα όρια του κινήματος που βασίζεται στην αφηρημένη εργασία. Αυτό δεν σημαίνει πως το παλιό εργατικό κίνημα παύει να υπάρχει ή ότι παύει να έχει σημασία στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης
· ωστόσο, οι αγώνες ενάντια στον καπιταλισμό ξεχειλίζουν όλο και περισσότερο από τις δομές και τις εννοιολογήσεις αυτού του κινήματος. Ανεξάρτητα από το αν χρησιμοποιείται ρητά η κατηγορία της τάξης, δεν εγκαταλείπουμε την ταξική πάλη, αλλά την εντατικοποιούμε· περνάμε σ' ένα διαφορετικό επίπεδο πάλης. Πρόκειται για έναν αγώνα που σπάει τη συμμετρία που χαρακτήριζε την πάλη της αφηρημένης εργασίας, μία πάλη ουσιαστικά ασύμμετρη ως προς τον αγώνα του κεφαλαίου, μία πάλη που παίρνει χαρά απ' αυτήν την ασυμμετρία: κατευθυντήριες γραμμές είναι το να πράξουμε με τρόπο διαφορετικό, να δημιουργήσουμε διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις.

Σ' αυτή τη νέα αναδιάρθρωση της ταξικής πάλης, το επαναστατικό υποκείμενο είμαστε εμείς. Εμείς; Ποιοι είμαστε εμείς; Είμαστε μία ερώτηση, ένα πείραμα, μία κραυγή, μία πρόκληση. Δεν έχουμε ανάγκη από ορισμό, απορρίπτουμε κάθε ορισμό γιατί είμαστε η αντιταυτοτική δύναμη του δημιουργικού πράττειν και δεν επιδεχόμαστε κανέναν ορισμό. Αν θέλετε, ονομάστε μας πλήθος
· ακόμα καλύτερα, ονομάστε μας εργατική τάξη, όμως οποιαδήποτε προσπάθεια ορισμού έχει νόημα μόνο αν σπάσουμε τον ορισμό αυτό. Είμαστε ετερογενείς, είμαστε ασύμφωνοι, είμαστε η επιβεβαίωση των εαυτών μας, η άρνηση του αλλότριου προσδιορισμού της ζωής μας. Είμαστε, επομένως, η κριτική της αντιπροσώπευσης, η κριτική της κάθετης οργάνωσης και οποιασδήποτε μορφής οργάνωσης που αναλαμβάνει την ευθύνη για τις ζωές μας χωρίς εμάς. Ακούστε τις φωνές των Ζαπατίστας, των απεργών της Αργεντινής, των ιθαγενών στη Βολιβία, των ανθρώπων στα κοινωνικά κέντρα της Ιταλίας: το υποκείμενο που συνεχώς χρησιμοποιούν όταν μιλούν για τον αγώνα τους είναι "εμείς". Και πρόκειται για μια κατηγορία που εμπεριέχει πραγματική δύναμη.

Είμαστε θηλυκοί, είμαστε |nosotras| και όχι |nosotros|, επειδή η κρίση της αφηρημένης εργασίας είναι η κρίση μιας ανδροκρατούμενης δραστηριότητας και μιας ανδροκρατούμενης μορφής αγώνα και επειδή η νέα ταξική πάλη δεν έχει την ίδια σύνθεση φύλου με την παλιά.

Είμαστε το σπάσιμο του χρόνου, το πυρ ενάντια στα ρολόγια. Το κίνημα της αφηρημένης εργασίας προβάλλει την επανάσταση στο μέλλον
· η δική μας, όμως, επανάσταση, μπορεί να γίνει μόνο εδώ και τώρα, επειδή είμαστε ζωντανοί εδώ και τώρα και στο μέλλον θα είμαστε νεκροί (ή αθάνατοι). Είμαστε η ένταση της στιγμής, η αναζήτηση (η αναζήτηση του Faust, του Bloch) της στιγμής της απόλυτης εκπλήρωσης. Είμαστε η ποίηση της εργαζόμενης τάξης, της εργαζόμενης τάξης ως ποίηση.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι η επανάστασή μας ετοιμάζεται για το μεγάλο μελλοντικό γεγονός, αλλά μόνο ότι δημιουργεί, εδώ και τώρα, ρωγμές ή σχισμές ή ρήξεις στην υφή της κυριαρχίας, χώρους ή στιγμές κατά τις οποίες λέμε ξεκάθαρα "όχι, δεν θα δεχτούμε πως το κεφάλαιο πρέπει να διαμορφώνει τις ζωές μας, θα κάνουμε αυτό που θεωρούμε απαραίτητο ή επιθυμητό". Ας κοιτάξουμε τριγύρω· θα δούμε ότι αυτοί οι χώροι ή στιγμές άρνησης-και-δημιουργίας υπάρχουν παντού, από τη ζούγκλα Λακαντόνα μέχρι τη στιγμιαία άρνηση-και-δημιουργία μιας συνάντησης όπως αυτή. Η επανάσταση, η δική μας επανάσταση, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως εξάπλωση και πολλαπλασιασμός αυτών των ρωγμών, αυτών των κεραυνών άρνησης-και-δημιουργίας, αυτών των ηφαιστειακών εκρήξεων του πράττειν ενάντια στην εργασία.

Ρωτώντας περπατάμε. |Preguntando Caminamos|.

1. Η πατρότητα του κειμένου είναι πάντα μια ανοησία. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο Sergio Tischler έχει παίξει ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των ιδεών.

Μετάφραση: Άννα Χόλογουεη